Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Μη μ’ αφήσεις



Και τι είναι αυτό που σ’ αλλάζει κάποια στιγμή; Να είναι η στιγμή ή να θέλει χρόνο η ανακάλυψη; Κι αν όλα συντελούν στο να επαναπροσδιοριστείς, προς τι το επόμενο βήμα; Κι αν βρεις το λάθος; Χωράν οι μετανοήσεις όταν ήδη έχεις βάψει τα γόνατά σου κόκκινα; Δε ξέρω. Είναι και το χρώμα που άμα μείνει εκεί, δε θες να το προσπεράσεις...

Μας δίνουν δύναμη ορισμένα χέρια σαν μας κρατούν γερά ή είναι ακόμη μια ψευδαίσθηση ότι θες να νιώσεις σιγουριά έστω και για ένα κενό του χρόνου; Σε κάτι δάση άφωτα να θες να φιληθείς και κάτι να σου κλείνει το στόμα μη βγάλεις αχ. Κάτι να σου παγιδεύει την ανάσα πριν δώσεις σήμα πως το θες. Κι αν δε το θες; Πρέπει πρώτα να το κάνεις για να το διαπιστώσεις; Κι αν έτσι, σβήνει ακόμη μια φλόγα άβροχη; Πώς γίνεται να κατεβαίνουν τα μνήματα έτη φωτός χωρίς να πεθαίνουν; Εσύ; Εσύ γιατί να πιστεύεις πως αυτό που ζεις είναι η ζωή σου;

Να σκίσω σε κομμάτια μια σκέψη ακόμα. Να μη την αφήσω να μου διαβρώσει ό,τι μου απέμεινε από φόβο. Να μη την αφήσω να μου κατασπαράξει τα σωθικά πριν τη νιώσω. Επιτέλους, να σταματήσω να υπάρχω με το αν. Μα δε μπορώ. Και ποιος να βρεθεί οδηγός στο τρενάκι του τρόμου μου; Ασυνόδευτο πάει σε γύρους αγρύπνιας. Αν υπάρχεις, πνεύμα μου, γιατί με ντύνεις με αγκάθια ξανά και ξανά; Αρέσκεσαι στη μετενσάρκωση του χαμένου μου τίποτα; Τι είδους ικανοποίηση σου προκαλεί αυτό, θα ήθελα να ήξερα.

Κι αν κάτι μου λέει να έρθω σε σένα; Να το αφήσω; Πες μου, έτσι θα νιώσω μικρότερη; Μεγαλύτερη; Θα νιώσω λες τόσο γερασμένη που θα θέλω να χωθώ σε στρώμα χωμάτινο ώσπου να λιώσει ακόμη μια μου ανάγκη; Ανάγκη; Μεγάλη λέξη με τόσα λίγα γράμματα. Σε είχα ερωτευθεί, ξέρεις. Κι αν εξακολουθώ; Σε είχα αγαπήσει, νομίζω. Κι αν ξανά το επιθυμώ; Εσύ μόλις ξεκινάς. Και πώς θα πρέπει να νιώθω εγώ μ’ αυτό;

Χορός σε ατίναχτα στρώματα όλες μου οι ζωγραφιές. Ανυπόγραφοι παλιάτσοι να παίζουν ντέφι κι εγώ να θέλω να σηκώσω μιαν ΄Ανοιξη ακόμα μέσα από τη φούστα μου. Να ’ξερες πώς ντρέπομαι μερικές φορές που δεν είμαι. Που δεν έχω φτάσει. Που δεν έχω γίνει. Ή που προσπέρασα χωρίς να τόλμησα. Νομίζω αυτό θα είναι και το μεγαλύτερό μου αμάρτημα. Που εμποδίστηκα από ένα μύθο για να μη φτιάξω ακόμη ένα παραμύθι.

Μη μ’ αφήσεις.


.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

Άντε να δούμε!



Κάτι μπουμπουνητά, δυο φλογέρες στον κώλο, έξι κλαψομουνιάσματα και σαρανταδυό χαμένα παγωτά –χωνάκι παρακαλώ- θα μπορούσε να είναι ο απολογισμός μιας αποκλίνουσας καθωσπρεπίστικης παραλογικής άνοιας που σου φέρνει ένα μαλακισμένος γδούπος που έρχεται κάτω απ’ το φοινικόδεντρο του ξασπρισμένου πάτου (σου). Ναι ρε αρχιδόμουτρο, σε σένα απευθύνομαι που χάλασες ανθόνερο για ξέπλυμα λασπόλουτρου. Ναι ρε παλιόπαιδο, σε σένα μιλάω που άρχισες τη μέρα σου πάλι με αχ βαχ ουχ και μουχ, αφού πρώτα διάβασες ακόμη μια σκατένια παρατήρηση που σου ήρθε πεσκέσι με ταχυδρομικό (κο)κοράκι.

Σκάσε μου μαλάκα ένα χαμόγελο και θα σου περάσω σιδεράκια στις κουφάλες. Ναι, ρε άχρηστε. Από κείνα τα διάφανα που κάνουν το διπλάσιο χρόνο επανόρθωσης στο μάσημα κάτι χαμένων ξεσκισμάτων (σου). Από κείνα που κάνουν κλαααατς και χύνουν άγριο βατόμουρο ανακατωμένο με μυρωδιά σκόρπιας χαμούρας. Ρε συ, σου είπαν πως δεν σου πάνε τα γόνατα; Μα πόσο γλούπος είσαι που ακόμη δεν κατάλαβες πως δεν με ανάβουν τα σάπια σου κορδόνια; Ρε βούρλο, σύνελθε μη σου σερβίρω ακόμη έναν ήλιο φλαμπέ πασπαλισμένο με τρίμματα ξεκοιλιασμένου παραδείσου. Και ξέρεις τι προκαλεί αυτό,ε; Έλα....μη μου πεις πως δεν ξέρεις από ξέρασμα ανεπανόρθωτου πυροβολημένου μνημονικού. Από τι είσαι φτιαγμένος νομίζεις; Από χρυσαφλίδων όραμα; Μη με κάνεις να χασμουριέμαι...

Α, και πού είσαι; Σα πας στον πηγαιμό για τα χουρμάδια, φέρε μου ένα πέταλο να βάλω στο πέτο. Ναι, μονόκερου τριζάτου, αγάπη μου. Απ’ αυτούς που αν τους δεις μια φορά, αποφασίζεις να κόψεις τα υπάρχοντά σου σε κομμάτια οκτώ. Γιατί αν πω τρία...θα ψάχνεις να θυμηθείς τι σκατά σημαίνει ένα νούμερο ακόμη. Ναι, χρυσουλάκι μου, ναι. Απ’ αυτό που επάνω σου ούτε κατά διάνοια υπάρχει. Α! Το πέταλο, δε, βρίσκεται στο λάκκο με τις φάβες. Επειδή δε γουστάρω να το σηκώσω εγώ, σε στέλνω εσένα. Με σκύψιμο καλό, ε; Εκεί γύρω παραμονεύει ακόμη ένας εφιάλτης σου.

Σε προτρέπω να στηθείς καλά.

Άκου με και μια φορά.

Άκου με!

.

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

ΠροΤροπής ανάγνωσμα



Πόσο σκληρή μπορεί να γίνει μια στάλα που κρατά μαγνήτη; Πόσο θαρρετά πρέπει να πέφτει στο κενό για να ακουστεί το μπαμ; Και πόσο θεσπέσια πρέπει να φέρεται, να άγεται, να κολυμπά και να παρασύρεται; Εν γνώσει των συνεπειών του τρόμου, υποκλίνομαι επτάκις πριν σβήσω το φως στα μυστικά των βράχων και σκίζω θύμισες παλιές. Έτσι δε μου πες; Πως γουστάρεις συνετά να ανοίξω τα ιμάτιά μου για να δεις αναλαμπές; Πως επιθυμείς να απο-καλύψω ακόμη έναν βρυχηθμό που βγαίνει απ’ των στενών τα σωθικά; Σκύψε κι ακολούθα...

Και μείνε. Συρόμενος σα πόρτα ανάμεσα σε δυο δωμάτια. Κατά προτίμηση διάφανη με νερά που σχηματίζουν προτροπές. Μεταξύ τραπεζαρίας και δωματίου παραστρατημένης πομπής ενός ονειρικού χάσματος που του ’λαχε να γίνει κάτι σα γυναίκα ευρεσιτέχνης. Ναι, καλέ μου. Για να πιάσεις κόκκινο, πρέπει να κάνεις κινήσεις ταυτόχρονες. Συνήθως με τον απέναντι. ΄Η τον παραδίπλα. Πιάσου κι έλα...

Δεν είναι τα μαλλιά τ’ ακουμπισμένα στη ρόγα που είμαι καταπιεσμένη να σου περιγράψω-και δεν θα το κάνω με την καύλα της αντίστασης- μα είναι εκείνος ο κρίκος που υποδηλώνει δέσμιο Φθινόπωρο που με κάνει να ρίχνομαι στης φωτιάς το γκρεμό. Ναι, λαχτάρα μου. Θυμάσαι τα φύλλα πώς τρίζουν κάθε που με κοιτάς; Ναι, ριζικό μου. Θαρρείς δεν πρόσεξα που ένωσες τα πόδια σου τρέμοντας όταν αντίκρισες τον ιδρώτα στο λαιμό μου; Κάτσε και ανοίξου...

Δεν θα πάω παρακάτω αν δεν μου σφίξεις το λαιμό. Δεν θα προχωρήσω στα σοκάκια με γόβες λαμέ αν δε μου χαράξεις της φλέβας τον παλμό. Δεν θα σου δείξω γλώσσα αν πρώτα δε μου φιμώσεις τη βουβή βρισιά. Νομίζεις δε ξέρω από αγριάδες;



Μπορείς και κάν’ το...


.

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Μη





Είχα ξεχάσει πώς είναι να ξυπνάω πλάι σου γυμνή. Φοβάμαι μην αρχίσει να μ’ αρέσει.


Να είδες; Κάτι τέτοια σκέφτομαι και μετά νιώθω ενοχές που κλείνω πίσω σου την πόρτα κάθε που λες αχνά «εγώ να πηγαίνω...».


Μην αρχίσεις να με κοιτάς στα μάτια.


Σε παρακαλώ...


Αυτή τη φορά η κατάληξη θα είναι οριστική.



Και δε θα το αντέξεις.


.

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Διακ-οπές





Με ανοιχτή επι-στροφή...





σΤα βρόχινά μου...




.

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Αγρίμι




Στο βάθος της σπηλιάς καθισμένη ανακούρκουδα στην εστία του κάτι μου μ’ ένα σκισμένο μεσοφόρι γύρω απ’ τους μηρούς. Στα χείλη, κομμένη ανάσα απομεσήμερου βουτηγμένο σε σιρόπι από βατόμουρα. Μωβ με μια υποψία κόκκινης στάλας να στάζει άγουρη αγρύπνια. Κι ένα τρέμουλο να παίζει στα βλέφαρα σα να θέλει να φέρει ονείρεμα ταξιδιάρικης τρέλας.

Γύρω ψυχές. Αναστεναγμοί του αόρατου, του άπειρου, του τίποτα. Του όλου. Και σπίθες να χορεύουν χορό υστερικό. Χορό ουράνιο. Χορό βγαλμένο απ’ του μεσαίωνα τη σκοτεινιά. Η υγρασία στις πέτρες να παίζει με την ανατριχίλα μου. Να ενώνεται με τις ράγες των χειλιών μου. Να πεθαίνει για μια ακόμη ανάσταση στου στήθους μου τις πτυχές.

Κι αυτό εκεί. Έξω. Να παρακολουθεί. Ανήμερο. Σκεπτικό. Αναποφάσιστο. Περίεργο. Ανάστατο. Και τόσο ήρεμο συγχρόνως. Σα να ελέγχει κάθε του κίνηση μα και σα να φοβάται το απρόσμενο. Το απερίγραπτο. Το ουδέν. Αγρίμι. Αγρίμι με ματιά. Κίτρινη.

Όταν ενώθηκαν οι στιγμές μας δεν τ’ άφησα. Εκεί. Καρφωμένη ανάμεσα στις κόρες του που έμοιαζαν με σχισμή ανίερης παρθένας. Γραμμές τρεμουλιαστές που ψάχνουν πάθη. Εφιάλτες. Πληγές. Αιμάτινα ξημερώματα σε βράχων εξοχές.

Κι έμεινε να με εξ-ερευνά.

Ξάπλωσα κι άνοιξα δρόμο ήσυχο. Διαβατάρικο. Προφυλαγμένο απ’ τις σκιές που κάνουν οι φόβοι όταν δε ξέρουν το αποτέλεσμα. Κι έλυσα μια αντίσταση ακόμα. Την άφησα να καεί στη θράκα βγάζοντας άρωμα καμένης προφύλαξης. Τσίκνα με ξεχασμένη βανίλια. Με μια τζούρα μήπως. Κι ένα δεμένο όχι να αναστενάζει κάτω απ’ το χώμα. Εκεί θα μείνει απόψε. Φιμωμένο. Να δώσει χώρο στην πεθυμιά του να απλωθεί με την ηδονή της επερχόμενης ενοχής. Και της ξεφτισμένης οδύνης.

Ήρθε με βήματα αργά. Σα πληγωμένος που ζητά παρηγοριά. Σα πεινασμένος που ζητά ανάσα. Σα ξεστρατισμένος που ψάχνει απάγκιο. Ένιωθε, μύριζε, ήξερε πως όπου να ’ναι θα αποκτούσε μια τρίχα ασημιά ακόμη. Εκείνη που ανοίγει μονοπάτι για να πάει το θάνατο σε μέλλον άγραφο. Απροσδιόριστο. Αναπάντητο. Και ξεχασμένο.

Βύζαξε τα στήθη μου απαλά. Ύστερα λαίμαργα. Η ματιά του πάνω μου. Μέσα μου. Βαθιά μου. Η γλώσσα του ξερό βελούδο που ολοένα γινόταν και πιο υγρό. Πιο ζωντανό. Πιο έτοιμο να ξεδιπλώσει της ψυχής του το απολειφάδι. ΄Ανοιξα τα χείλη μου κι έβγαλα έναν αναστεναγμό. Πίεσα τα στήθη μου να ξεχάσουν το δηλητήριο. Και να χύσουν μέθη. Την ήπιε.

Κύλησε το βλέμμα του στο λαιμό, στην κοιλιά, ανάμεσα απ’ τα πόδια μου. Η γλώσσα του τριγύρισε όλες τις πτυχές της σοφιστίας μου. Και του απονενοημένου μου. ΄Ανοιξε τους πόρους μου σε μια εκπνοή ακόμη. Λύτρωσης. Κάθαρσης. Αγνότητας. Κι αφέθηκα. Κι αφέθηκε.

Έφυγε όπως ήρθε. Μα με κινήσεις γρήγορες. Πιο σταθερές. Με τη δύναμη στον αέρα πως βρήκε μια σπηλιά να την πλησιάσει. Όποτε ξανάρθει, θα είμαι εκεί. Με τη φωτιά αναμμένη. Και την υγρασία στους τοίχους μου καθάρια. Το κοίταξα παίρνοντας τη στάση την αρχική. Κοντά στις σπίθες, καθισμένη ανακούρκουδα. Χαμογέλασα κι έριξα ένα ξύλο στις φλόγες. Δίπλα μου αφημένο ένα φυλακτό.

Αόρατο.

Δεν τ’ άγγιξα.

Αγρίμι...


.

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

AMHN


λόγια...ήχοι...συναισθήματα...






(βίντεο σε επιμέλεια του Γ. Ποταμίτη. στίχοι δικοί μου, της vaggy grego και της μαρίας ροδοπούλου)


.