Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Με πείσμωσες!





Δε ξέρω αν είναι που ακόμη έχω το ελάττωμα, ή το χάρισμα, ή τη μαλακία, όπως θες πες το, που με μια σοβαρή κουβέντα μου τρέχουν τα γαμημένα τα δάκρυα. ΄Η αγάμητα. Ποιος νοιάζεται; Δε ξέρω αν είναι που αν μου λέει κάποιος πως τα κάνω όλα σκατά φατά, να ενδιαφέρομαι τόσο για τη γνώμη του – και γιατί; σάμπως τον ήξερα κι από χθες; - και με πιάνει η άρνηση, η αναίρεση, το ξεγύμνωμα. Δε ξέρω καν τι στο διάολο, θέλω, είμαι, γίνομαι, ή δεν θέλω να υπάρχω καν (γιατί; μήπως υπάρχω, θαρρείς;)


Είναι που θέλω να βρω μια βουνοκορφή, εκεί στην άκρη του πουθενά και να γυμνωθώ, μαλάκα μου, και ν’ αρχίσω να φωνάζω, να ουρλιάζω, να βλαστημάω. Να κλαίω, να γελάω, να κλωτσάω τον πούστη τον άνεμο που βρίσκεται μπροστά μου και μου ’ρχεται στη φάτσα. Γιατί αν ήταν από πίσω μου, θα μ’ έσπρωχνε μια και καλή στο χύμα. Κάτω, διαολεμένη μου, ύπαρξη. Κάτω στ’ απύθμενα που λαλούν οι τρεις τσαλαπετεινοί με τα φουντωτά αρχίδια. Ναι, ρε που να τους τα στύψω θέλω, για να σταματήσουν να μου τρυπούν τ’ αυτιά. Ακούς, φωνή μου; Που νόμιζες πως έχεις λόγο να φανερωθείς. Γιατί ρε; Χάρηκε η πλάση, λες, που σ’ έκαμε; Ένα τίποτα μες το τίποτα κι ένα μηδέν ακόμη.


Ναι, για σένα τα λέω. Που γελάς κι ανάβεις στριφτό. Που απ’ έξω παίζουν τα τύμπανα κι εσύ σκέφτεσαι πως είμαι μια σκισμένη σελίδα από περιοδικό προς κατανάλωση. Και τι κατανάλωση. Ευρεία. Που φαντάζομαι την εικονοποίηση της λέξης και μου ’ρχεται να βγάλω τα σωθικά μου. Κατράμι μαύρο θα βγει. Απ’ αυτό που στάζουν τα στήθη μου όταν θρέφουν την καταιγίδα. Από εκείνο το μαύρο ζουμί που βυζαίνουν τα νέφη και ξερνούν χαλάζι. Ναι, ρε. Βρέχω! Κι αν δε σου γουστάρει, άντε και πηδήξου. Όπως δεν έχεις πηδηχτεί ποτέ, όμως. Μπορείς; Σιγά μη μπορείς. Γιατί δε μ’ έχεις γνωρίσει απ’ την καλή, μωρό μου. Γι’ αυτό και δε θα μπορέσεις ποτέ. Γιατί δε θα σου δώσω την ευκαιρία να το κάνεις.


Είπα πως τα λέω για σένα; ΄Οχι, δε τα λέω για σένα. ΄Ηθελα να δω αν θα τσιμπήσεις. Και πότε τα είπα για σένα, άλλωστε; Άσχετα αν ο καθένας νομίζει πως εκείνον έχω στο νου μου για να ξεδιπλώνω τον οχετό που έχω μέσα μου. ΄Η την καύλα. Ή την παραίσθηση της διαλείπουσας συμπεριφοράς μου. Ακούς προωθητή μου; Σε θέλω να σέρνεσαι ξοπίσω μου και να το γουστάρεις. Και θα το κάνω. Θα το κάνω, που να χτυπιέσαι και να θαλασσοδέρνεσαι δεμένος με λουρί δερμάτινο στο ψηλό σου το κατάρτι. Ακούς, ουρανέ μου; Θα σου ξεσκίσω το σύννεφο να χύσει αίμα. Και ξέρεις γιατί; Γιατί το μπορώ!


Με πείσμωσες, μαλακισμένο μου ασυνείδητο. Με πείσμωσες!


Και μου χρειαζόταν...