Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

Μου λείπω...



Μου λείπεις. Μέσα στα συρτάρια μου, στις σκέψεις μου, στα ποιήματά μου. Στο κλάμα μου, στις βόλτες μου, στα παραστρατήματά μου. Μου λείπεις. Κάτω από τα ξεχασμένα ρούχα που μπόγος έγιναν ακατάστατος, είναι οι κραυγές μου θαμμένες με κάτι από εσένα. Από εσάς. Εσάς που σας γνώρισα, σας άγγιξα, σας χάιδεψα, σας ερωτεύθηκα. Εσάς που σας αγκάλιασα, σας φίλησα, σας ανοίχτηκα. Εσάς που πήγαμε εκείνη τη βόλτα με το τρένο την τριήμερη, ή διήμερη. Εμένα δεν μου φάνηκε μετρήσιμη, γι’ αυτό και δεν θυμάμαι. Εμένα μου φάνηκε ζωντανή. Θυμάμαι όμως το βλέμμα σου, το χαμόγελό σου, την απορία σου.


Τι είναι αυτό κάτω, βρε;


Ταλκ, σου απάντησα, και γέλασες.


Κι εσύ; Θυμάσαι που παρατήσαμε τους άλλους και πήγαμε οι δυο μας αλλού για φαγητό; Γιατί φύγαμε; Γιατί έτσι. Γιατί είμαστε από εκείνους που φεύγουν για να απλωθεί η ματιά τους πιο λεύτερα στο εκεί.

Ναι, κι εσύ μου λείπεις...


Βλέπω εκείνη την μπλούζα που μου χάρισες με τη νεράιδα. Όταν μ’ έκλεψες απ’ τη βραδιά μου ψάχνοντας να μου φτιάξεις κάποια στιγμή εντελώς δικιά μου. Μου λείπει κείνη η παλιά η βρύση με το κόκκινο υγρό της παραδίπλα.


Μεθάς εύκολα,, μου είχες πει


Μεθάω εύκολα, σου απάντησα (ναι, μου λείπεις)


Κι εσύ που σε γνώρισα εκεί στα βόρεια. Με το γέλιο σου, την αγκαλιά σου, το βούρκωμά σου, την έγνοια σου. Και δεν ήσουν ένας ή μια. Ήσασταν πολλοί. Που μου μιλήσατε. Που δεν μου μιλήσατε. Που καχύποπτα με είδατε. Που ύστερα με θελήσατε. Μου λείπετε.


Μου λείπω...


Κι εσύ που μ’ έπαιρνες βόλτες τα μεσάνυχτα. Να γυρνάμε. Να μη γυρνάμε. Να στριφογυρνάμε. Που με φίλαγες σε κάθε φανάρι. Και σου μαγείρευα μια βροχή και δυο καταιγίδες πριν πιάσει το ξημέρωμα. Εσύ...ναι, εσύ, που σε νοτισμένο δρόμο βρεθήκαμε κι έκτοτε όλο μια βροχή καρτερούμε για να πνίξουμε ακόμη ένα τίποτα.


Α, ναι...κι εσύ. Κι εσύ...κι εσύ...κι εσύ. Είδες ό,τι είδες...είδες αυτό που θέλησες να δεις. Ήξερες πώς να πλησιάσεις. Μα είσαι ακόμη ένας από εκείνους που δεν ήξεραν πώς να αποχωρούν. Μου λείπεις, όμως...



Κατεβασμένα τα τηλέφωνα, οι γρίλιες σφαλισμένες. Μη μπάζει σκόνη, μη μπει αέρας, μην έρθει ανάσα άλλη. Φόβος; Κούραση; Απελπισία; Βαριεστημάρα; Μια μετάβαση ακόμη; Χωρούν οι ακτίνες όταν η πέτρα είναι γρανίτης; Γιατί την άφησα να γίνει έτσι; Γιατί με αφήσατε να γίνω έτσι; Γιατί γίνατε κι εσείς έτσι;


Θα...


Και πάλι θα...και ίσως...κι όταν...


Ναι,ξέρω. Τα ίδια λέω κι εγώ...


Μου λείπετε όμως...