Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Τελείωμα




Εκεί στο πλατύ τ’ αγνάντι με τα δώδεκα θεριά απλώνω εαυτόν και αναδεύω τριανταδυό σούρουπα κι έξι χαμένες δύσεις. Εκεί, που χάσκει ο ουρανός σε τελείωμα αγκάθινο, έτοιμος να σκίσει ακόμη ένα χελιδόνι που ξεστράτισε κάτω απ’ το τελευταίο άστρο της αυγής. Εκεί, γδυμένη ενοχών και απαστράπτουσα από προσμονή για τη γέννα μου. Το ξεφούσκωμά μου. Το άδυτο του σκοταδιού που θα φέρει μια νέα πνοή σε ακόμη ένα χαμένο σύμπαν. Δεν υπάρχουν πόνοι όταν γουστάρεις να ξύνεις πληγές και να ρουφάς τα υγρά τους. Δεν υπάρχει γιατί όταν θέλεις να σωπάσεις τον σπασμό σου μη ξυπνήσεις το ανείπωτο. Δεν υπάρχει έλεος όταν πρόκειται να μεταλλάξεις το τίποτά σου με μια ζαριά χαμένη εκ των προτέρων. Κάθεσαι και γνέφεις. Κάθεσαι και απολαμβάνεις. Κάθεσαι και χτυπιέσαι αλύπητα μέχρι να βγει αφρός απ’ τα σάπια σου τα σωθικά.

Τα πόδια ανοίγω και βγαίνει φωτιά. Διάολος ανήμερος με μάτια διαμάντια. Κόκκινος σα τις πουτάνες σκέψεις που γυρνούν από πεζοδρόμιο απλήρωτο. Έναστρος σα τις γραφές που ζουλάνε τα απωθημένα. Δυνατός σα στρόβιλος που ήρθε για να διώξει ματωμένα χαλάσματα. Και να φτιάξει μια δική του ρουφήχτρα, έτοιμη να καταπιεί την άνομη μάνα των ξεστρατισμένων ουρανών. Εκεί, στης κορφής το τελείωμα βγαίνει από μέσα μου το χτύπημα που θα στρώσει κρεβάτι πεθυμιάς στην ώρα που θα χτυπήσει το ροδαλό της χέρι στο ξυράφι των αναστεναγμών. Εκεί, πάνω απ’ τον καταρράκτη που φωνάζει εφιάλτες, ρίχνω άλλον ένα έκπτωτο φωνάζοντας αμήν.

Με στήθη στητά στα σκαμπίλια του αιώνα, αίμα χύνω και ξεπλένω φύσεις. Πεινασμένα πετούμενα βυζαίνουν τα πράσινα υγρά μου και χαϊδεύω το τέλος ενός ακόμη Απρίλη. Να γίνω Μαγιάτικος αυλός στα χείλη σάτυρων πλασμάτων με φαλλούς ορθούς. Να φτιάξω μια ιστορία ακόμη χαραγμένη στις σελίδες των μύθων. Να γίνω πλάσμα με φτερά και δόντια μέγαιρας. Να σκύψω μέσα στα πηγάδια και να φέρω στην επιφάνεια νεκρές ευχές. Κι ύστερα να σπείρω σε χώμα ακάνθινο ζαρωμένα βλέφαρα. Να γίνουν πέταλα, να γίνουν μίσχοι, να γίνουν φεγγάρια με απότομη χάση. Να δώσω μια στροφή ακόμη, σ’ ένα κόσμο που κατά λάθος θρέφει φιμωμένες στύσεις που μάταια ψάχνουν να βρουν λόγο να ποτίσουν το εξωγήινο θέλω τους.

Κι ύστερα. Κι ύστερα θα ρίψω ένα κορμί-ταξίδι στις στάλες του αχ που κάνει ο αγαπημένος μου καιρός όταν αποφασίσει να δείξει τι αξίζει. Όταν αποφασίσει πως μπορεί να υπάρχει ανενόχλητος που λέγεται κακός. Όταν γουστάρει να υψώσει δάχτυλο θυμού σε όσους κολλάν με σάλιο ετικέτες κρυμμένοι πίσω απ’ τα χίλια τους γιατί καυλώνοντας συγχρόνως στο φόβο του άφταστου.

Έτσι όμως συμβαίνει με τους άστατους καιρούς, μωρά μου. Δίνουν βάθρο σε Ερινύες να δηλώσουν πιο αθώες από ποτέ καρφιτσώνοντας το δεδικασμένο τους φόρα παρτίδα σε γουρλωμένα ανέραστα μάτια. Μ’ αρέσει...

Μ’ αρέσει όταν τελειώνουν οι μήνες...

...μ’ αρέσει να βρίσκω λόγο να υμνώ γεννήσεις...


.

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Με πείσμωσες!





Δε ξέρω αν είναι που ακόμη έχω το ελάττωμα, ή το χάρισμα, ή τη μαλακία, όπως θες πες το, που με μια σοβαρή κουβέντα μου τρέχουν τα γαμημένα τα δάκρυα. ΄Η αγάμητα. Ποιος νοιάζεται; Δε ξέρω αν είναι που αν μου λέει κάποιος πως τα κάνω όλα σκατά φατά, να ενδιαφέρομαι τόσο για τη γνώμη του – και γιατί; σάμπως τον ήξερα κι από χθες; - και με πιάνει η άρνηση, η αναίρεση, το ξεγύμνωμα. Δε ξέρω καν τι στο διάολο, θέλω, είμαι, γίνομαι, ή δεν θέλω να υπάρχω καν (γιατί; μήπως υπάρχω, θαρρείς;)


Είναι που θέλω να βρω μια βουνοκορφή, εκεί στην άκρη του πουθενά και να γυμνωθώ, μαλάκα μου, και ν’ αρχίσω να φωνάζω, να ουρλιάζω, να βλαστημάω. Να κλαίω, να γελάω, να κλωτσάω τον πούστη τον άνεμο που βρίσκεται μπροστά μου και μου ’ρχεται στη φάτσα. Γιατί αν ήταν από πίσω μου, θα μ’ έσπρωχνε μια και καλή στο χύμα. Κάτω, διαολεμένη μου, ύπαρξη. Κάτω στ’ απύθμενα που λαλούν οι τρεις τσαλαπετεινοί με τα φουντωτά αρχίδια. Ναι, ρε που να τους τα στύψω θέλω, για να σταματήσουν να μου τρυπούν τ’ αυτιά. Ακούς, φωνή μου; Που νόμιζες πως έχεις λόγο να φανερωθείς. Γιατί ρε; Χάρηκε η πλάση, λες, που σ’ έκαμε; Ένα τίποτα μες το τίποτα κι ένα μηδέν ακόμη.


Ναι, για σένα τα λέω. Που γελάς κι ανάβεις στριφτό. Που απ’ έξω παίζουν τα τύμπανα κι εσύ σκέφτεσαι πως είμαι μια σκισμένη σελίδα από περιοδικό προς κατανάλωση. Και τι κατανάλωση. Ευρεία. Που φαντάζομαι την εικονοποίηση της λέξης και μου ’ρχεται να βγάλω τα σωθικά μου. Κατράμι μαύρο θα βγει. Απ’ αυτό που στάζουν τα στήθη μου όταν θρέφουν την καταιγίδα. Από εκείνο το μαύρο ζουμί που βυζαίνουν τα νέφη και ξερνούν χαλάζι. Ναι, ρε. Βρέχω! Κι αν δε σου γουστάρει, άντε και πηδήξου. Όπως δεν έχεις πηδηχτεί ποτέ, όμως. Μπορείς; Σιγά μη μπορείς. Γιατί δε μ’ έχεις γνωρίσει απ’ την καλή, μωρό μου. Γι’ αυτό και δε θα μπορέσεις ποτέ. Γιατί δε θα σου δώσω την ευκαιρία να το κάνεις.


Είπα πως τα λέω για σένα; ΄Οχι, δε τα λέω για σένα. ΄Ηθελα να δω αν θα τσιμπήσεις. Και πότε τα είπα για σένα, άλλωστε; Άσχετα αν ο καθένας νομίζει πως εκείνον έχω στο νου μου για να ξεδιπλώνω τον οχετό που έχω μέσα μου. ΄Η την καύλα. Ή την παραίσθηση της διαλείπουσας συμπεριφοράς μου. Ακούς προωθητή μου; Σε θέλω να σέρνεσαι ξοπίσω μου και να το γουστάρεις. Και θα το κάνω. Θα το κάνω, που να χτυπιέσαι και να θαλασσοδέρνεσαι δεμένος με λουρί δερμάτινο στο ψηλό σου το κατάρτι. Ακούς, ουρανέ μου; Θα σου ξεσκίσω το σύννεφο να χύσει αίμα. Και ξέρεις γιατί; Γιατί το μπορώ!


Με πείσμωσες, μαλακισμένο μου ασυνείδητο. Με πείσμωσες!


Και μου χρειαζόταν...


Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Ε, μα ναι!





Κάνω χάζι μερικούς που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τις γραφές μου/σου/του. Και το παίζουν ειδήμονες. Και πιστεύουν πως επιτελούν και έργο. Θεάρεστο. Και λεν πως πιστεύουν και στις γραφές. Σαν άλλοι Μωϋσήδες κουνούν τις ταφόπλακες και χαράζουν τους χρησμούς. Ανόητα ανθρωπάκια με τη στάχτη στα μάτια. Έχετε κοιταχτεί στον καθρέφτη; Ναι...ξέρω, έχετε. Μα τι έχετε δει; Ναι...ξέρω...αυτό που νομίζετε πως είστε. Αχ, πλάσματα τούτου του κόσμου, μοναδικά κι αθώα. Όταν θα γίνετε σκόνη μες τη σκόνη, πες τε κάποτε και μια συγνώμη που το σύμπαν σας επέτρεψε να φταρνιστείτε.

Ανασηκώνω ατμό και εξαϋλώνομαι. Φτύνω φωτιά και σπέρνω πυρετό. Και βγαίνουν θεριά ανήμερα. Και ποιος ημερώνει τις λέξεις; Ωωω! Μα ποιος μπορεί να έρθει σε αντιπαράθεση με του λογισμού την τρέλα; Ένοχο μικρό μου μυστικό, γδύσου τη λάσπη σου και γίνε ξημέρωμα στα χείλη μου. Κι αν δε θες, μην ανησυχείς. Έχω κι άλλο λόγο να υπάρξω. Κι άλλο μονοπάτι απλώνεται κάτω απ’ τα σκέλια μου έτοιμο για σπορά. Χαζοί οδηγητές. Γιατί δεν κοιμάστε και λιγάκι; Καλό στον ήλιο σας θα κάνετε. Να πάψει να μορφάζει κατάρες στους ανύποπτους βολβούς. Ανεμώνες θα φτιάξει το σούρουπο του Απρίλη σας. Κι εσείς χαμπάρι δε θα πάρετε. Τέρατα του νου μου. Σκιστείτε επιτέλους σε ακόμη μια άγραφη σελίδα. Χάρη θα μου κάνετε.

Ανάσα κι αυτή τη φορά. Ξέρασμα σε απόχρωση ψευτιάς. Δεν είστε ικανοί για την αλήθεια μου, γιατί θα σας τρομάξει. Κι ύστερα...κι ύστερα ποιος θα δεχτεί να σας αυτοκτονήσει; Μα...τι σκληρό που είναι το τίμημα της προσφοράς, ε; Φαντάσου, λέει, να σας το είχε ζητήσει και κανείς. Εκεί να δεις τούμπες που θα έκανε ο ουρανός απ’ τη χαρά του. Εκεί να δεις που θα φώναζε κι έναν ουρανό ακόμη για συντροφιά στο γέλιο του. Πόσο θα ήθελα να δω ακόμη έναν πλανήτη να γίνεται κομμάτια...Αχ πόσο θα το ήθελα...

Δύσκολο να κατακτάς τα σκαλοπάτια του τέρματός σου. Έχεις να διαχειριστείς κάτι κάλους. Ευτυχώς...ευτυχώς, λέω...διαλύονται κάποια στιγμή.

Ακόμη κι αν αυτό σε κάνει να πεθαίνεις ξανά και ξανά...



Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

Μου λείπω...



Μου λείπεις. Μέσα στα συρτάρια μου, στις σκέψεις μου, στα ποιήματά μου. Στο κλάμα μου, στις βόλτες μου, στα παραστρατήματά μου. Μου λείπεις. Κάτω από τα ξεχασμένα ρούχα που μπόγος έγιναν ακατάστατος, είναι οι κραυγές μου θαμμένες με κάτι από εσένα. Από εσάς. Εσάς που σας γνώρισα, σας άγγιξα, σας χάιδεψα, σας ερωτεύθηκα. Εσάς που σας αγκάλιασα, σας φίλησα, σας ανοίχτηκα. Εσάς που πήγαμε εκείνη τη βόλτα με το τρένο την τριήμερη, ή διήμερη. Εμένα δεν μου φάνηκε μετρήσιμη, γι’ αυτό και δεν θυμάμαι. Εμένα μου φάνηκε ζωντανή. Θυμάμαι όμως το βλέμμα σου, το χαμόγελό σου, την απορία σου.


Τι είναι αυτό κάτω, βρε;


Ταλκ, σου απάντησα, και γέλασες.


Κι εσύ; Θυμάσαι που παρατήσαμε τους άλλους και πήγαμε οι δυο μας αλλού για φαγητό; Γιατί φύγαμε; Γιατί έτσι. Γιατί είμαστε από εκείνους που φεύγουν για να απλωθεί η ματιά τους πιο λεύτερα στο εκεί.

Ναι, κι εσύ μου λείπεις...


Βλέπω εκείνη την μπλούζα που μου χάρισες με τη νεράιδα. Όταν μ’ έκλεψες απ’ τη βραδιά μου ψάχνοντας να μου φτιάξεις κάποια στιγμή εντελώς δικιά μου. Μου λείπει κείνη η παλιά η βρύση με το κόκκινο υγρό της παραδίπλα.


Μεθάς εύκολα,, μου είχες πει


Μεθάω εύκολα, σου απάντησα (ναι, μου λείπεις)


Κι εσύ που σε γνώρισα εκεί στα βόρεια. Με το γέλιο σου, την αγκαλιά σου, το βούρκωμά σου, την έγνοια σου. Και δεν ήσουν ένας ή μια. Ήσασταν πολλοί. Που μου μιλήσατε. Που δεν μου μιλήσατε. Που καχύποπτα με είδατε. Που ύστερα με θελήσατε. Μου λείπετε.


Μου λείπω...


Κι εσύ που μ’ έπαιρνες βόλτες τα μεσάνυχτα. Να γυρνάμε. Να μη γυρνάμε. Να στριφογυρνάμε. Που με φίλαγες σε κάθε φανάρι. Και σου μαγείρευα μια βροχή και δυο καταιγίδες πριν πιάσει το ξημέρωμα. Εσύ...ναι, εσύ, που σε νοτισμένο δρόμο βρεθήκαμε κι έκτοτε όλο μια βροχή καρτερούμε για να πνίξουμε ακόμη ένα τίποτα.


Α, ναι...κι εσύ. Κι εσύ...κι εσύ...κι εσύ. Είδες ό,τι είδες...είδες αυτό που θέλησες να δεις. Ήξερες πώς να πλησιάσεις. Μα είσαι ακόμη ένας από εκείνους που δεν ήξεραν πώς να αποχωρούν. Μου λείπεις, όμως...



Κατεβασμένα τα τηλέφωνα, οι γρίλιες σφαλισμένες. Μη μπάζει σκόνη, μη μπει αέρας, μην έρθει ανάσα άλλη. Φόβος; Κούραση; Απελπισία; Βαριεστημάρα; Μια μετάβαση ακόμη; Χωρούν οι ακτίνες όταν η πέτρα είναι γρανίτης; Γιατί την άφησα να γίνει έτσι; Γιατί με αφήσατε να γίνω έτσι; Γιατί γίνατε κι εσείς έτσι;


Θα...


Και πάλι θα...και ίσως...κι όταν...


Ναι,ξέρω. Τα ίδια λέω κι εγώ...


Μου λείπετε όμως...






Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Αμαρτίες απολαυστικές




Ερχόταν κομψή κομψή. Με βήματα αέρινα, νωχελικά, προκλητικά. ΄Εστριψε απ’ τη γωνιά με τη σιγουριά που έχει κάθε τι το πετυχημένο του είδους της. Αργά αργά, ανάμεσα απ’ τους γύρω που την έγδυναν με τα μάτια, εκείνη ερχόταν κοντά μου. Μόνο σε μένα. Για μένα. Το ένιωθα...το έβλεπα...το ήθελα. Τρεμουλιαστή θαρρείς, αποπνέοντας την αίσθηση της αμαρτίας. Εκείνης που θες να βουτήξεις μέσα της και να σε σύρει σε χίλιες ενοχές. Εκείνης που την αρπάζεις απ’ τα μαλλιά χωρίς να σκέφτεσαι τις συνέπειες. Εκείνης, που ζητάς ξανά και ξανά να σου φανερώνεται με κάθε ευκαιρία και να σε κάνει να νιώθεις ο πλέον αδύναμος μες τις αδυναμίες σου. Πάντα καταλαβαίνω τις λάγνες ματιές. ΄Ενας απ’ τους λόγους που δεν μπορώ να κρύψω το βλέμμα μου όταν θέλει να διαχυθεί σε σώματα, είναι πως δεν βρίσκω το λόγο να συγκρατηθώ. Ναι, με παρεξηγούν, αλλά ποιος νοιάζεται για τις διαδόσεις; ΄Ετσι και μ’ αυτήν. Με κοιτούσε και απλωνόταν η ματιά της στο κορμί μου με τρόπο σίγουρο...μεθυστικό...υποσχόμενη πως θα μου έδινε αυτό για το οποίο ήρθε. Απόλαυση!

Ξαπλωμένη και στητή. Κι από κάτω καυτή. Την έβλεπα, την ένιωθα, τη μύριζα, τη γευόμουν πριν καν την αγγίξω. Λίγα της υγρά έτρεχαν στις γωνιές. Τις γωνιές της. Και δίπλα της...ένας ακόμη λόγος να θέλω να την ρουφήξω. Να την ανακατέψω με τα δάχτυλά μου, να νιώσω τις αντιθέσεις, τα σκιρτήματά της. Να οργώσω τα χαρίσματά της. Δυο λόφοι στητοί, λευκοί, τροφαντοί, χυμένοι με σιρόπι...αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της. Γεγονός που μ’ έκανε να λαχταρώ για λίγο μαρτύριο ακόμη. Για το μαρτύριο της ένωσης του κρύου...με τη ζέστη.Τα χείλη μου μισάνοιγα, ποθώντας να ακουμπήσω τη γεύση της ξανά και ξανά, να βάλω το χρώμα της πάνω μου κι ύστερα να την καταπιώ...στάλα στάλα...ηδονικά...απολαυστικά. Δεν άντεχα άλλο. Δεν ήθελα να αντέξω περισσότερο.Δεν ήθελα να αντιστέκομαι άλλο στη στιγμή.

Την στριφογύρισα απ’ όλες τις μεριές. Το βλέμμα μου εισχωρούσε στα πιο κρυφά της σημεία. Άλλα πιο κλειστά, άλλα πιο ανοιχτά. Κόντευε, λες και θα έβγαζε ψίθυρο. Πάρε με...τώρα... μου έλεγε. Και μην αφήσεις για τους άλλους τίποτα...

΄Ετσι ήθελε...έτσι έκανα...


Ποια είμαι εγώ,άλλωστε, για να αντισταθεί σε μια καυτή...γεμάτη...ζουμερή...


...σοκολατόπιτα...με συνοδεία παγωτού...;


.

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Σε μιας λίμνης το αλλού...




...κι ακόμη πιο πέρα. Στον πύργο μας μου είπες να είμαι. Στα δωμάτιά του να περιφέρω το σώμα μου το άυλο, την ψυχή μου την ατίθαση, την καρδιά μου τη μισή. Να μου φέρεις μύρο να αγγίξεις τις πτυχές μου. Κι αν μπορέσεις, να με κάνεις να βγάλω δυο φτερά ακόμα. Εκείνα, του ξεχασμένου έρωτα που με είχε μάθει να πετώ. Εκείνα, που τα μάδησε η καταιγίδα και τα έθαψε στην πολιτεία του τίποτα. Εκείνα, που τα φόρεσε η σιωπή και ψήλωσε μια ζωή ακόμη. Ναι, εραστή μου. Ναι, μεταξένιε μου πρίγκιπα, σ’ εσένα μιλώ. Σ’ εσένα που ακόμη δεν έχεις φύγει απ’ του πλανήτη σου το κόκκινο λουλούδι. Γιατί διάβασες την ιστορία του καλά. Και χάραξες ένα μη ακόμη. Θέλει δηλητήριο για να αλλάζεις κόσμους. Φίδια πολλά, αγαπημένε μου. Μα λίγα πρόθυμα για της λησμονιάς το νάμα.


Σου είπα πως σε θέλω;


Στη λίμνη σου να βουτήξω, στη σκοτεινή σου πεθυμιά, να γίνω βυθός με κάλεσμα. Υπόγειο, σύμπαντος άλλου, με φτιάξη από διαμάντι. Ακατέργαστο, γενναίε μου. Μαζί με τις γωνιές του, μαζί με τις καμπύλες του, και όλες του τις αντανακλάσεις. Φοβάμαι, ξέρεις. Μη δεις πλευρές κρυμμένες. Μη δεις δέρμα που δε σου κάνει. Μη δεις κάτι που θα ντραπείς να μου το πεις.


Φοβάσαι. Το ξέρω...


Γυμνή κι απόψε. Σ’ ενός βελούδου την αφή να προσμένω τον Απρίλη μου. Δικό μου σε θέλω. Να είμαι η ανάσα σου...να είσαι ο έρωτάς μου. Γυμνός κι εσύ, απαλλαγμένος κι αλλαγμένος. Καβάλα σε μιας πνοής την κόψη να δρέψεις ό,τι έχεις κατακτήσει. Δικιά σου...ως τη στιγμή που θα ξυπνήσει ο καταρράκτης του πνιγμού.


Σσσσσς...αργεί ακόμη...


Αργεί...




(αφιερωμένο σε μια αγνότητα που ακόμη υπάρχει...)






Υ.Γ. μείνε όπως είσαι...όσο μπορείς...


.

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Κι ύστερα...





Το μαντίλι λύνω απ’ τη μέση και το βάζω στο λαιμό...


...κι ύστερα το παίρνω και το δένω κόμπο στον καρπό...


...κι ύστερα στον μηρό σαν καλτσοδέτα...


Με μια κλωστή, το βλέμμα φυλακίζω και βάζω την υποψία σου μέσα στο μαύρο μου εσώρουχο.


Να σε έχω εκεί.


Να λιώνεις...να μουσκεύεις...


... μέχρι να γίνεις κρασί για να σε πιω χωρίς γιορτής αιτία.


Κι ύστερα να γίνεις πυροτέχνημα...


...μικρός θεός να γίνεις...


...και δαίμονας με κάρβουνα για μάτια...


Κι ύστερα να γίνω στάλα...


...κι άλλη μια...


...κι ακόμη μια.


Κι ύστερα...


Ένωση άστρων από πλανήτες με καρπούς. Σάρκα μία από ανάσες με ψαλμούς. Γέννημα πόθων από αγρύπνιες με παλμούς...


Κι ύστερα...


...κι ύστερα...










.