Τετάρτη 24 Ιουνίου 2009

Μια φέτα καρπούζι μακριά





Πόσο σε πληγώνει η μυρωδιά από καρπούζι;


Η φωνή του αντηχούσε στ’ αυτιά της. Δεν είχε σκεφτεί ως τώρα πως μπορεί να την πλήγωνε μια μυρωδιά από καρπούζι. ΄Η να της δημιουργεί την ανατριχίλα εκείνη που συμβαίνει όταν μια ανάμνηση ξυπνά απ’ τον βαθύ της ύπνο. Κι αν αυτό της συνέβαινε ενώ γευόταν το αγαπημένο της φρούτο, ουδέποτε θα το είχε συνδυάσει κατ’ αυτό τον τρόπο.


Βγήκε στη βεράντα της. Νύχτα. Νύχτα ξανά. Πρόσφατα είχε βάλει έναν καναπέ εκεί με σκοπό να τον μεταφέρει σε άλλο δωμάτιο, αλλά τελικά τον άφησε γιατί ταίριαζε με τα γιασεμιά. Η φωνή ακόμη στο μυαλό της. Ανέκαθεν άκουγε φωνές. Τόσο που το είχε συνηθίσει πια. Φωνές με ερωτήσεις, φωνές με απαντήσεις, φωνές με προτροπές, φωνές με νουθεσίες, φωνές τρομαχτικές, φωνές καθησυχασμού. Μα τούτη...


...τούτη η φωνή ήταν επίμονη. Είχε τελευταία επισκεφθεί το μυαλό της και εμφανιζόταν σε ώρες απρόβλεπτες. Πώς είναι δυνατόν να είσαι μια φέτα καρπούζι μακριά από κάποιον; Ερώτηση που ίσως κάποιους άλλους να παραξένευε. Μα εκείνη χαμογελούσε. Ξέρει πως οι αποστάσεις απέχουν μεταξύ τους με μεγέθη που τους δίνουμε εμείς. Με μεγέθη που μας βολεύουν. Με μεγέθη που μας εκφράζουν. Με μεγέθη που θέλουμε να τα κάνουμε άπιαστα. Ή κοντινά. Ή...πιο...εμπνευσμένα...


Από παιδούλα τρώει το καρπούζι λαίμαργα. Χώνοντας το πρόσωπό της στη σάρκα του, βυθίζοντας τα χείλη της στο κόκκινο. Ύστερα τα γλείφει και όσο ζουμί περισσεύει το αφήνει να της χύνεται στο λαιμό. Κάνει μια με την ανάστροφη της παλάμης και το στεγνώνει. Κι ύστερα, κοιτά τα δάχτυλά της δείχνοντας τ’ άστρα. Τότε οι μυρωδιές είχαν άλλο νόημα. ΄Εφτιαχναν παραμύθια με καράβια που διασχίζουν το σύμπαν. Κάποια απ’ αυτές τις φορές είχε σκεφτεί πως διαστημόπλοιο, θα μπορούσε να είναι κι ένα πλοίο στο διάστημα. Με κατάρτια. Και να στροβιλίζεται σε δίνες αστρικές. Ύστερα αυτό, έγινε μια χαμογελαστή ανάμνηση.


Το καρπούζι άλλοτε είχε πιο έντονη μυρωδιά. Ίσως αυτό είναι που την πληγώνει εν τέλει με την τωρινή του μυρωδιά. Ίσως να φταίει που δεν είναι τόσο αγνό πλέον. Ίσως επειδή περιέχει ουσίες που δεν του ταιριάζουν. Και όχι. Δεν φταίει η αίσθηση της δικής της όσφρησης. Η δική της αίσθηση δεν έχει αλλάξει. Ίσως αυτό που την πληγώνει τελικά, να είναι η διαπίστωση πως αυτό δεν συμβαίνει μόνο με τη μυρωδιά του καρπουζιού. Απλά, ίσως αυτή να είναι η αφορμή.


Η φωνή ακόμη εκεί. Ζεστή. Σίγουρα ζεστή. Μια φωνή που φτιάχνει τα δικά της παραμύθια. Μια φωνή που αναρωτιέται. Απόψε θα ξαπλώσει στη βεράντα της. Για όσο. Ίσως αν χαράξει να μπει μέσα και να κλείσει τις κουρτίνες. Θέλει να βαστά κάτι μυρωδιές όσο περισσότερο γίνεται...


...ακόμα κι αν την πληγώνουν...







.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2009

Της σκιάς παιχνίδια




Αντζελίνα...


Έλα. Έλα κοντά μου. Βγες απ’ την κρυψώνα και δωσ’ μου το χέρι σου. Ξέρω πως είσαι πίσω απ’ την κουρτίνα και μου κάνεις ματάκια. Κι έχεις στη μυτούλα μια σταγόνα γλυκό βύσσινο που φανερώνει το μυστικό σου. Όλα τα ανακαλύπτεις, πονηρούλα ε; Μα σε ξέρω...σε ξέρω καλά...Από μένα δεν μπορείς να κρυφτείς για πολύ.


Πάμε στη συννεφιά; Πάμε να τρέξουμε και να πάρει τα μαλλιά μας ο αέρας; Να ψιθυρίσει ανάμεσά τους τραγούδια; Παραμύθια; Στίχους; Να τον αφήσουμε να σηκώσει τα φουστάνια μας ψηλά και να δει τα γυμνά μας πόδια; Κι ύστερα...κι ύστερα να του βγάλουμε αυθάδικα τη γλώσσα και να πηδήξουμε όσο πιο ψηλά μπορούμε για να κόψουμε ένα νεράντζι; Ε; πάμε;


Θα παίξουμε και το αγαπημένο μας παιχνίδι. Θα ξεχάσουμε ένα δάκρυ κάτω από μια βερικοκιά κι ύστερα θα κάνουμε πως δεν θυμόμαστε πού είναι. Και θα σηκώσουμε μια πετρούλα να πάρουμε το χαμόγελο που κρύβει στη σκιά της. Και θα το καρφιτσώσω εγώ σε σένα. Και συ θα με κοιτάς με τα λαμπερά σου ματάκια. Κι ίσως να μ’ αγκαλιάσεις όπως έκανες την τελευταία φορά που βρεθήκαμε. Ε;


Μετά, θα κλείσεις τα δυο μου δάχτυλα μέσα στη χούφτα σου και θα πάρουμε το μονοπάτι που έχει πάνω στα πλακάκια του ζωγραφισμένο με κιμωλία ένα κουτσό. Και θα καμωνόμαστε πως θυμόμαστε πώς παίζεται. Μα θα κάνουμε ότι μας κατέβει. Γιατί ποτέ δεν καθίσαμε να μάθουμε κουτσό. Μόνο σκοινάκι παίζαμε καλά. Και αυτή την κλωστή που την πλέκαμε με τα δάχτυλα και την έπαιρνε ο άλλος και της έδινε μια πλέξη ακόμη. Θυμάσαι;


Θα είναι Σάββατο όταν βρεθούμε. Όπως τη μέρα που γεννηθήκαμε. Σάββατο και σούρουπο. Την ώρα που αλλάζει το φως. Την ώρα που ανάβουν τα πρώτα άστρα. Την ώρα που ντύνεται η νύχτα για να βολτάρει στον ουρανό. Την ώρα που το φεγγάρι αχνοφαίνεται ξυπνώντας νωχελικά. Τα αερικά είναι Σαββατογεννημένα, λες; Ίσως, ε; Σ’ άρεσε να το σκέφτεσαι αυτό. Και ντυνόσουν με ιβίσκους στα μαλλιά. Κόκκινους ιβίσκους. Μικρή μου...


Πού θα μου κρυφτείς την άλλη φορά που θα ’ρθεις; Μη! Μη μου πεις. Ξέρω πως θα σε βρω όπου κι αν είσαι κι ας αργήσω λίγο περισσότερο. Ή μπορεί να σε βρω και πιο γρήγορα απ’ ότι φαντάζεσαι. Ε, τι; Μόνο εσύ είσαι η πονηρή νομίζεις; Κάτι ξέρω κι εγώ. Άντε...έλα...΄Ελα κοντά μου. Και λύσε τα μαλλιά αυτή τη φορά. Να πέσουν μέχρι την πλάτη σου. Να μπλεχτούν με τα δικά μου. Μόνο άσε πίσω μια στάλα βροχής. Για να βρούμε το δρόμο.


Ε;






.

Σάββατο 20 Ιουνίου 2009

Κάτι σαν χαμόγελο





Στην ηλικία μου πρέπει να ήταν ο παππούς μου όταν αποφάσισε να αγοράσει τον τάφο του για να σιγουρευτεί πως θα έχει σπίτι το κορμί του όταν αποδημήσει η ψυχή του στα ουράνια. Νέος σχετικά για να σκεφθεί κάτι τέτοιο. Πόσο μάλλον για να το πραγματοποιήσει. Θα μου πεις, ήταν απ’ τους προνοητικούς. Βάλε και κάτι προβληματάκια αναπνευστικά που είχε, οπότε άπαξ και σου καρφωθεί η ιδέα δεν ξεκολλάει εύκολα απ’ το μυαλό.


Τον σκέφτηκα σήμερα που πήγα στο φούρνο να πάρω ψωμί. Εκείνος αγόραζε πάντα πολυτελείας. Προσωπικά δεν μ’ αρέσει αυτό το είδος ψωμιού γιατί είναι σαν αφρός και κάνει τρίμματα. Εκείνος όμως το έπαιρνε γιατί δεν επέτρεπε στον εαυτό του να πάρει κάτι λιγότερο. Και μόνο η λέξη πολυτελείας, τον έκανε να νιώθει αυτό που ήταν. Ένας κόντες.


Παράστημα, ύφος, χαμόγελο, εξυπνάδα. Δοτικός, καλός συζητητής, αγαπούσε τις γυναίκες και κυρίως αγαπούσε εμένα. Με είχε βαφτίσει κιόλας. Ήμουν η προστατευόμενή του. Τα βουτήματα με την μαρμελάδα που έχουν καλυμμένα την άκρη τους στη σοκολάτα, εκείνον μου θυμίζουν. Όταν ερχόταν σπίτι μου έφερνε πάντα ένα σακουλάκι. Χωρίς να με ρωτήσει αν μου αρέσουν. Απλά, θεωρούσε πως ήταν τα αγαπημένα μου. Είναι φορές που τα αγοράζω ακόμη και τα βάζω σε μια πιατέλα και τα κοιτώ. Σαν να του κάνω πρόσκληση για τσάι. Και είμαι σίγουρη πως έρχεται.


Άλλες φορές πάλι, όταν μου τριβελίζουν σκέψεις το μυαλό πιάνω τον εαυτό μου και τον ρωτάει. Παππού, τι λες εσύ; Και τον νιώθω πίσω μου. Να μου αγγίζει τον ώμο και να μου ψιθυρίζει. Απάντηση. Απαντήσεις. Προτροπές. Λόγια καθησυχαστικά.


Δε ξέρω τι μ’ έπιασε σήμερα και τον σκέφτομαι τόσο έντονα. Ίσως να είναι απ’ τις φορές που θα ήθελα να τον δω να μπαίνει απ’ την πόρτα μου. Με το ζαχαρί το κοντομάνικο κοστούμι του το καλοκαιρινό. Και να με ρωτήσει. Είσαι καλά, κόρη μου;


Όχι, παππού,δεν είμαι καλά. Δεν είμαι. Μα δεν θα στο έλεγα. Μάλλον θα σου χαμογελούσα και θα απέφευγα το βλέμμα σου. Ξέρεις; Θα έρθω στην Κέρκυρα αυτό το καλοκαίρι. Καιρό έχω να έρθω. Μου έχει λείψει. Θα περάσω και από σένα. Μ’ ένα μπουκαλάκι νερό για δροσιά. Κι ένα γαρίφαλο. Μόνο μη με κάνεις να σου μιλήσω, ε;


Μη...







.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Μια έννοια ακόμα




Έχω στα μάτια μου δυο φλόγες. Πετούν σπίθες στο σκοτάδι και φωτίζουν τις γωνιές. Εκεί που κρύβονται τα χαμένα όνειρα κάποιων αλητών που πλέκουν τις νότες σε δίχτυ για να πιάσουν τ’ άστρα.


Έχω στα χείλη μου δυο στάλες. Ρίχνω νάμα σε καταραμένους δαίμονες να εξαϋλωθούν σε άφαντη ομίχλη. Να πιάσω τα αναφιλητά τους και να ανανεώσω τη λατρεία μου. Προς το άπιαστο. Το ονειρικό. Το αυτό που το λένε τίποτα.


Έχω στο στήθος μου δυο μαχαίρια. Στάζουν άνοιξη και μυρίζουν ξημέρωμα. Με σκιά από θάνατο. Κι ένα φτερούγισμα φόβου που δεν μπορεί να το βγάλει κανείς. Ίσως γιατί δεν προσπάθησε. Ίσως γιατί δεν τον άφησα. Ίσως γιατί δεν βρήκα τον λόγο να το κάνω.


Έχω ανάμεσα απ’ τους μηρούς μου μια αγρύπνια. Που πάλλεται. Που ζει. Που σφίγγει τα δόντια της για να δεχθεί κύματα αγριεμένα. Κύματα ηδονικά. Κύματα παλίρροιας. Κύματα ημερωμένα. Και της ενσταλάζω λίγη ακόμη αλμύρα. Για να φτιάξει μαργαριτάρι.


Έχω στα δάχτυλά μου ένα γαργαλητό. Να γίνει χαμόγελο σε λαιμό παιδικό. Να ξυπνήσει η νύχτα και να χορέψει τσιφτετέλι. Να κουνήσει τους μηρούς της και να πάει το σύμπαν δυο έτη φωτός παραπέρα. Να σκάσει κι ο ορίζοντας και να ξεχειλώσει τα όριά του δυο μίλια μακρύτερα. Να δω έναν δεύτερο ήλιο να χύνεται.


Έχω και στα βλέφαρά μου μια μορφή. Που δεν έχω ακόμη αγγίξει. Που ίσως να μη θέλω ακόμη να γίνει ύλη. Για να μπορώ να φαντάζομαι πως κάπου...υπάρχει ένα κάτι που έχει τη δύναμη να φτιάξει φωνή, να δημιουργήσει ανάσα, να γίνει γεύση και να ντυθεί με θέληση για να γίνει...


...μια ακόμα έννοια πάνω στο σώμα μου...







.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Α-ΧΡΗΣΤΟΙ ΣΩΣΙΕΣ





Έφτιαξε το στραβο-χυμένο καλούπι ο/η θεός/ά και πήρε μια φάτσα ξινή. Κάθισε κάτω απ’ της συκιάς τα φυλλώματα και έβγαλε τη γλώσσα έξω με απέχθεια. Ποιος είπε πως οι θεοί τα πάντα εν σοφία ποιούν; Αυτά είναι μαλακίες για να ρίχνουν στα μάτια κάποιοι που θέλουν να σέρνουν τους ανίδεους απ’ τη μύτη. Και τούτο, δεν ήταν απλώς κακοφτιαγμένο. Ήταν το έκτρωμα σε όλο του το μεγαλείο. Έτσι, αναρωτώμενος /η τι στο κέρατο να το κάνει, αποφάσισε πρώτα να ξαπλάρει.


Το καλούπι κείτονταν κάτω στα γαϊδουράγκαθα. Ονομάζονταν έτσι αυτά τα φυτά, πριν κυκλοφορήσουν οι γάιδαροι. Απ’ αυτούς πήραν το όνομά τους. Επειδή οι μίσχοι τους γκαρίζουν την πανσέληνο. Και τ’ ακούνε οι γάιδαροι και πάνε και τα τρώνε. Ή τα βάζουν στον πάτο τους. Ανάλογα με το από πού πεινάνε.


Ο/η θεός/ά χάιδεψε την κοιλιά του/της και ένιωσε κάτι ανάμεσα απ’ τα σκέλια. Το αναπαραγωγικό του/της όργανο είχε ξυπνήσει. Πριν το μετανιώσει έπαιξε μια μεγαλοπρεπέστατη μαλακία για να μη πάει χαμένο το απόγευμα. Κι ύστερα σκέφτηκε πως βάζοντας λάσπη στο ηλίθιο καλούπι και αφήνοντάς το να ξεραθεί στον ήλιο, φτύνοντάς το πότε πότε για να μη κόψει η μαγιά, ίσως να δημιουργούσε πλέον και κάποιον να γαμάει χωρίς τύψεις. Γιατί οι στραπατσαρισμένοι λουκουμάδες είναι για να τους σκίζεις την τρύπα κι όχι για να τους τρως. Να το θυμάστε αυτό. Και ο/η θεός/ά μπορεί να έκανε καμιά στραβή στην δημιουργία, αλλά σε θέματα γεύσης δεν του/της παραβγαίνει κανένας.


Το έκανε τελικά το ψυχικό. Κανένα πλάσμα δεν πάει χαμένο, λένε οι γραφές(;) και γιατί να πήγαινε αυτό το γαμίδι που μόλις πήρε πνοή; Χασκογέλαγε σαν το μαμούχαλο κι είχε την πλάκα του εδώ που τα λέμε. Κατ’ εικόνα δεν μπορεί να πει κανείς πως ήταν, ήταν όμως σαν παρ-ομοίωση. Γούστο έχουν τα λειψά. Κάνουν τα άλλα να φαντάζουν μπάνικα. Κι έτσι ο/η θεός/ά αποφάσισε να φτιάξει κι άλλα!


Σωσίες απ’ το ίδιο το καλούπι είναι το μόνο εύκολο να γίνει στην πλάση. Κι αν έχεις μπόλικες τρύπες μπροστά σου θα έχεις με κάτι να ασχολείσαι και δεν θα βαριέσαι κάτι άνυδρες μέρες. Εξάλλου τα σύννεφα είχαν μαζευτεί πολλά, λόγω των ακατάσχετων αυνανισμών και ο/η θεός/ά δεν χρειαζόταν άλλα στην γαϊδουράγκαθο αυλή με τις συκιές του. Η φράση «η μαλακία πάει σύννεφο» από τότε βγήκε. Ο/η θεός/ά είχε βαρεθεί να μεταμφιέζεται κάθε φορά και σε άλλο ρόλο για να ξεγελάει τον εαυτό του. Ενώ στους σωσίες θα εμφανιζόταν πάντα ο/η ίδιος/α. Σιγά μη ρωτήσουμε τα μόμολα. Χάρη θα τους έκανε που θα τους έδινε και προσοχή.


Α! Να μη ξεχάσουμε να αναφέρουμε πως δεν χάιδευε κανέναν τους. Όποιος πηδάει στεγνά, δεν χρειάζονται τα δεσίματα κι αυτού του τύπου οι ρομαντικούρες. Και τα α-χρηστα στρατολογημένα κουράδια αν μάθουν τι θα πει ενδιαφέρον, μπορεί και να σηκώσουν κεφάλι. Και μετά, άντε να ψάχνεις πού να τους θάψεις για να μη βρομίσει ο τόπος. Μωρέ για τη χρήση τους μια χαρά βγήκαν. Μια χαρά!


Ο/η θεός/α δεν προβληματίστηκε πολύ για το πώς θα ονόμαζε τα καινούργια σκατά που έφτιαξε. Τα δίποδα μαλακισμένα απόβλητα μόνο ένα όνομα θα μπορούσαν να έχουν.


...΄Ανθρωποι...

.

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2009

Αν σταματάς στο τέλος, τότε μη κάνεις την αρχή





Κι είναι και κάποιοι που έχουν τη δύναμη να εισχωρούν στα άδυτα του μυαλού σου. Και να τα ανακατώνουν. Να τα γεμίζουν ήχους, εικόνες και νύχτες με πορτοκαλιές αναλαμπές. Και στάλες. Πολλές στάλες...


Και πλέκουν με ασημιές σταγόνες δίχτυα μαγεμένα. Να τα κάνεις γάντι και να ντύνεσαι στα κόκκινα. Και να λικνίζεσαι μπροστά από ανεμισμένες κουρτίνες. Να μεταδίδει ο άνεμος τ’ άρωμά σου και να το σκορπά στην πλάση...


Κι ύστερα...


Κι ύστερα μένεις να αναρωτιέσαι πού χάνεται το ξημέρωμα...








.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009

Φύσα αεράκι φύσα με...




Σε μια κερκίδα σταυροπόδι. Και χίλια άστρα στο μαύρο τ’ ουρανού. Την ώρα που έπεφταν τα βεγγαλικά φύσαγε κιόλας. Κι ένα σημάδι ήρθε και κάθισε στο μάγουλό μου. Σα δάκρυ χρωματιστό που αποφάσισε να ταξιδέψει σ’ ένα άγνωστο αυλάκι. Και να του ψιθυρίσει ένα απ’ τα μυστικά των άστρων.


Φωνές μέσα μου και τα μαλλιά μου ν’ ανεμίζουν. Χείλη σφιχτά κι άλλοτε χαλαρά. Να τα περνά η υγρή μου γλώσσα και να γεύομαι αναμνήσεις, προσμονές, επιθυμίες και βουβά ξημερώματα. Επάνω σε μια εξέδρα ένα χαμένο παρελθόν να παίζει σταμπαρισμένο με μελάνι ρόλο άγαρμπο. Στολισμένο πάνω στο φόρεμα του χθες να μου δίνει εικόνα μιας δήθεν γιορτής. Δε θέλω σου λέω να ανέβω εκεί πάνω. Μα ποιος φέρνει αντίρρηση εύκολα σε κάποιους ανθρώπους. Δεν θέλω να...


Ζόρι. Μια λέξη που στριφογυρνά αλλάζοντας συνδυασμούς γραμμάτων και φτιάχνοντας πλήθος παραγώγων. Άσε με σου λέω! Μα...φτιάχτηκα για να μην επιβάλλομαι σε ορισμένους. Άσχημο να σου περνούν μπροστά απ’ τα ορθάνοιχτα μάτια σου στιγμές σε στιγμές που κανονικά θα έπρεπε να χαμογελάς. Μα ποιος ορίζει πότε θα ’ρχονται οι στιγμές; Πόσο μάλλον κάποιες έντονες που σε έχουν μαρκάρει με το είναι τους.


Ανακατωμένα τα μαλλιά μου και δεν κάνω κίνηση να τα μαζέψω. Αέρας εκεί ψηλά που βρίσκομαι. Κι από κάτω χοροί. Πόδια, γάμπες, φουστάνια. Κι ένας μπάλος να μπερδεύει την αλμύρα των νησιών με την αλμύρα του θεάτρου. Και τον ιδρώτα που τρέχει στους εφηβικούς λαιμούς. Και κάποια ξεπεταρούδια που τρέχουν πίσω απ’ τις κοπέλες να τις τραβήξουν φωτογραφία. Ποιος είναι αυτός; Η φωνή μέσα μου, δεν μ’ αφήνει να κοιτάξω. Φύγε σου λέω. Όχι τώρα...


Δίπλα μου εσύ. Κι εσύ. Κι εσύ. Δεν θέλω κανέναν σας απόψε. Φύγετε όλοι. Γιατί έρχεστε όταν δεν σας θέλω; Γιατί επιλέγετε να εμφανίζεστε πριν τα μεσάνυχτα; Αφού φαντάσματα είστε. Φαντάσματα. Γιατί να μην είστε σαν τα άλλα αερικά που βγαίνουν μετά τους πολλούς τους χτύπους; Γιατί κι εκεί θα πρέπει να μου θυμίζετε τη διαφορετικότητά μου; ΄Η την τόση ομοιότητά μου; Φύγετε γαμώτο. Φύγετε...


Και μετά έρχεται η αμφισβήτηση. Από το μέλλον που έφτιαξες και το βλέπεις μπροστά στα μάτια σου. Και ποια είσαι εσύ; Έτσι είναι. Και ποια είμαι εγώ; Ένα άλλο τίποτα μέσα στο χαμό του κάτι. Παρεξηγημένη χαραμάδα που μέσα της τρυπώνει το φως και τη γαργαλά. Πεταμένο Καλοκαίρι που εκπνέει πριν μπει το Φθινόπωρο σε μια ανακατωμένη παραλία. Ένα χιόνι που χάνει από κρύο και λιώνει στη στέγη κάποιας μπαλωμένης στέγης. Ένας ρόλος που θέλει ένα αγέρι παγωμένο να της σηκώσει το φουστάνι και να γλύψει τα σωθικά της. Μια γροθιά που μαζεύει τα τρεχάτα δάχτυλά της για να ενωθεί σε άλλο σχήμα. Ένας χαμένος θησαυρός κρυμμένος στη σπηλιά της λαχτάρας παραμένοντας ανέπαφος σε επιλεγμένα σημεία. Ένα θέλω που απλώνει την ψυχή του σε παραστρατημένους ανέμους για να αρωματίζεται από την εναλλαγή των χρόνων. Μια φωνή που φωνάζει σ’ ένα αεράκι...


...φύσα με...


...φύσα με...



...φύσα με...








.